Σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου που πραγματοποίησε η Deloitte, στην οποία είχε πρόσβαση η Lusa, η Novo Banco δημιούργησε, το 2020, ένα νέο τμήμα, το οποίο έλαβε το όνομα Asset Valuation Area, το οποίο έγινε υπεύθυνο «για την ανάλυση της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων που αποτιμώνται στην εύλογη αξία στις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας, καθώς και διενεργούν κρίσιμες αναλύσεις εξωτερικών αποτιμήσεων που λαμβάνονται από τρίτους επί αυτών των περιουσιακών στοιχείων».

Εκείνο το έτος, ο κλάδος αυτός ξεκίνησε μια άσκηση αναπροσαρμογής στην εύλογη αξία του χαρτοφυλακίου μη ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας, το οποίο περιλαμβάνει 23 ακίνητα τα οποία, στις 31 Δεκεμβρίου 2019, είχαν καθαρή αξία 225,4 εκατ. ευρώ.

«Για τα 23 περιουσιακά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, διαπιστώθηκε ότι η άσκηση αναπροσαρμογής που προωθήθηκε από την Περιοχή Αποτίμησης Περιουσιακών Στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα συνολική απόκλιση περίπου 61 εκατομμυρίων ευρώ (…) υποδεικνύεται για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία αξία συνολικής εμπειρογνωμοσύνης 218 εκατομμυρίων ευρώ», αναφέρει. το δελτίο τύπου. έγγραφο που έστειλε η κυβέρνηση στη Βουλή τον Απρίλιο.

Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι για αυτά τα 23 ακίνητα, η Novo Banco είχε ήδη αναγνωρίσει συνολικές ζημίες περίπου 58 εκατ. ευρώ το 2019 και περίπου 81 εκατ. τα προηγούμενα έτη.

«Οι ζημίες αυτές αντιπροσώπευαν συνολική υποτίμηση μέχρι το τέλος του 2019, πριν από την άσκηση ανατίμησης που προωθήθηκε το 2020, περίπου 38%», αναφέρεται.

Το έγγραφο αναφέρει επίσης ότι, σύμφωνα με την τεκμηρίωση που παρείχε η Novo Banco, οι αποτιμήσεις που προέκυψαν από τη διαδικασία που διενεργήθηκε από την περιοχή αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων «ήταν χαμηλότερες από τις αξίες αποτίμησης που αποκτήθηκαν το 2020 κατά την επαναλαμβανόμενη διαδικασία αποτίμησης ακινήτων», κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ορισμένες παραδοχές που είναι εγγενείς στις αποτιμήσεις έχουν αναθεωρηθεί.

Η πρόκληση είναι η εξέταση του προεξοφλητικού επιτοκίου και των KPI (Key Performance Indicators) πολλών έργων ακινήτων, επειδή η τράπεζα θεωρεί ότι οι αξίες που αναλάμβαναν προηγουμένως δεν αντικατοπτρίζουν τον πραγματικό επενδυτικό κίνδυνο κάθε έργου ή την εξέλιξη του τύπου ακίνητης περιουσίας από αστικοποιήσιμη σε αγροτική γη διότι, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της τράπεζας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των σχεδιαζόμενων κτηματομεσιτικών έργων.

Επιπλέον, «για αρκετά έργα ακίνητης περιουσίας έχουν εκτιμηθεί υψηλότερο κόστος κατασκευής, προκειμένου να αντικατοπτρίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι επικρατούσες αγοραίες αξίες».

Αυτός ο τρίτος ειδικός έλεγχος διενεργήθηκε από την Deloitte, όπως καθορίστηκε από την κυβέρνηση, μετά την πληρωμή που έγινε τον Ιούνιο του 2021 από το Ταμείο Εξυγίανσης, βάσει του οικονομικού έτους 2020, σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Ενδεχόμενης Κεφαλαιοποίησης ("CCA" ) .

Το 2021, η πληρωμή που πραγματοποίησε το Ταμείο Εξυγίανσης για τις οικονομικές καταστάσεις για το 2020 ανήλθε σε 429 εκατ. ευρώ.

LT // CSJ